Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tag along
01
εντάσσομαι, συνοδεύω
to go with someone, often without an invitation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
along
βασικό ρήμα
tag
ενεστώτας
tag along
γ΄ ενικό πρόσωπο
tags along
ενεστώτα μετοχή
tagging along
απλός αόριστος
tagged along
παθητική μετοχή
tagged along
Παραδείγματα
I didn't plan for it, but my little sister tagged along on the shopping trip.
Δεν το είχα σχεδιάσει, αλλά η μικρή μου αδελφή ακολούθησε στην εκδρομή για ψώνια.



























