Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tag along
[phrase form: tag]
01
εντάσσομαι, συνοδεύω
to go with someone, often without an invitation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
along
βασικό ρήμα
tag
ενεστώτας
tag along
γ΄ ενικό πρόσωπο
tags along
ενεστώτα μετοχή
tagging along
απλός αόριστος
tagged along
παθητική μετοχή
tagged along
Παραδείγματα
The younger cousins always want to tag along on family outings.
Οι μικρότερες ξαδέρφες θέλουν πάντα να συμμετέχουν στις οικογενειακές εκδρομές.



























