taffeta
ta
ˈtæ
ffe
fi
ta

Ορισμός και σημασία του "taffeta"στα αγγλικά

01

ταφτέτα, γυαλιστερή ταφτέτα

a crisp, smooth fabric with a slight sheen, commonly used in fashion for formal garments 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her bridesmaid dress was made of shimmering pink taffeta. 

Το φόρεμα της κουμπάρas της ήταν φτιαγμένο από λαμπερό ροζ ταφτέτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store