Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tacky
01
κακόγουστος, φανταχτερός
having a cheap or overly showy appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
tackiest
συγκριτικός βαθμός
tackier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He wore a tacky suit that looked more suited for a costume party than a formal event.
Φορούσε ένα κακόγουστο κοστούμι που έμοιαζε πιο κατάλληλο για πάρτι μεταμφιέσεων παρά για επίσημη εκδήλωση.
02
κολλώδης, γλοιώδης
(of a glutinous liquid such as paint) not completely dried and slightly sticky to the touch
Λεξικό Δέντρο
tackiness
tacky
tack



























