Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tabular
01
πινακοειδής, σε μορφή πίνακα
(of data) arranged or presented in rows and columns that form a table
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
πλακοειδής, σε σχήμα τραπεζιού
resembling the flat top of a table in form or shape
Λεξικό Δέντρο
tabularize
tabular



























