bifurcated
bi
baɪ
bai
fur
ˈfɜ:
ca
keɪ
kei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "bifurcated"στα αγγλικά

bifurcated
01

διακλαδωμένος, χωρισμένος σε δύο μέρη

split into two distinct paths or components 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bifurcated
συγκριτικός βαθμός
more bifurcated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her career took a bifurcated path—part artist, part entrepreneur. 

Η καριέρα της πήρε ένα διακλαδισμένο μονοπάτι—μέρος καλλιτέχνης, μέρος επιχειρηματίας.

Λεξικό Δέντρο

bifurcated
bifurcate
furcate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store