syncretic
Pronunciation
/sɪŋkɹˈɛɾɪk/

Ορισμός και σημασία του "syncretic"στα αγγλικά

01

συγκεκριμένος, συνθετικός

creating a combination of different beliefs, ideas, traditions, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most syncretic
συγκριτικός βαθμός
more syncretic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The movement promotes a syncretic worldview, encouraging the integration of various spiritual beliefs.
Το κίνημα προωθεί μια συγκρητική κοσμοθεωρία, ενθαρρύνοντας την ενσωμάτωση διαφόρων πνευματικών πεποιθήσεων.
02

συγκεκριμένος, σχετικός με μια ιστορική τάση μιας γλώσσας να μειώνει τη χρήση των κλίσεων

relating to a historical tendency for a language to reduce its use of inflections
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store