synchronism
synch
ˈsɪnk
σινκ
ro
rə
ρα
ni
nɪ
νι
sm
zəm
ζαμ

Ορισμός και σημασία του "synchronism"στα αγγλικά

01

συγχρονισμός, ταυτόχρονότητα

the quality of existing or happening at the same time 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

synchronism
synchron
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store