Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bicycle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bicycles
Παραδείγματα
He enjoys going on long bicycle rides in the countryside.
Απολαμβάνει να κάνει μεγάλες βόλτες με ποδήλατο στην ύπαιθρο.
02
ποδήλατο, ποδηλάτης
a person who is bisexual
παρωχημένο
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
He joked about being a bicycle when asked about his dating life.
Αστειεύτηκε ότι είναι ποδήλατο όταν τον ρώτησαν για τη ρομαντική του ζωή.
03
πόρνη, τσούλα
a person who is sexually promiscuous, especially a woman
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
Don't act like a bicycle and kiss everyone at the club.
Μην συμπεριφέρεσαι σαν bicycle και φιλήσεις όλους στο κλαμπ.
to bicycle
01
οδηγώ ποδήλατο, πεταλώ
to ride or to travel by a two-wheeled vehicle powered by pedals
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
bicycle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bicycles
ενεστώτα μετοχή
bicycling
απλός αόριστος
bicycled
παθητική μετοχή
bicycled
Λεξικό Δέντρο
bicycle
cycle



























