Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bicuspid
01
προγόμφιος, δικόρυφος
a tooth located between the canine and molar teeth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bicuspids
bicuspid
01
δικορυφής, με δύο κορυφές
having two cusps or points (especially a molar tooth)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, dentistry, biology
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bicuspid
cuspid
cusp



























