swiss cheese
swiss
swɪs
svis
cheese
ʧi:z
chiz

Ορισμός και σημασία του "Swiss cheese"στα αγγλικά

01

ελβετικό τυρί

a type of hard cheese with many holes 
Swiss cheese definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Swiss cheeses
Παραδείγματα
The cheese platter featured a selection of aged Swiss cheeses, served with crusty bread and fruit preserves. 

Το πιάτο με τυριά περιελάμβανε μια επιλογή από παλιωμένα ελβετικά τυριά, σερβιρισμένα με τραγανό ψωμί και μαρμελάδες φρούτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store