Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Swing voter
01
αποφασιστικός ψηφοφόρος, ταλαντευόμενος ψηφοφόρος
a voter who does not consistently support one party and can influence the result of an election
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swing voters
Παραδείγματα
The debate aimed to persuade undecided and swing voters in key states.
Η συζήτηση είχε ως στόχο να πείσει τους απροσδιόριστους και τους απροσδιόριστους ψηφοφόρους σε κρίσιμες πολιτείες.



























