Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swing around
01
στρίβω απότομα, γυρίζω ξαφνικά
to turn suddenly and face the opposite direction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
swing
ενεστώτας
swing around
γ΄ ενικό πρόσωπο
swings around
ενεστώτα μετοχή
swinging around
απλός αόριστος
swung around
παθητική μετοχή
swung around
Παραδείγματα
She swung around to see who was calling her name.
Εκείνη γύρισε απότομα για να δει ποιος την φώναζε.



























