Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swindle
01
εξαπατώ, κλέβω
to use deceit in order to deprive someone of their money or other possessions
Transitive: to swindle sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
swindle
γ΄ ενικό πρόσωπο
swindles
ενεστώτα μετοχή
swindling
απλός αόριστος
swindled
παθητική μετοχή
swindled
Παραδείγματα
Do n't fall victim to schemes that promise unrealistic returns but ultimately swindle you out of your hard-earned money.
Μην πέσετε θύματα σχεδίων που υπόσχονται μη ρεαλιστικές αποδόσεις αλλά τελικά σας εξαπατούν από τα σκληρά κερδισμένα χρήματά σας.
Swindle
01
απάτη, κομπίνα
an act intended to cheat someone out of money or property
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swindles
Παραδείγματα
The con artist 's swindle involved counterfeit tickets.
Η απάτη του απατεώνα περιελάμβανε πλαστά εισιτήρια.
Λεξικό Δέντρο
swindler
swindle



























