Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sweptback
01
τραβηγμένο προς τα πίσω, χτενισμένο προς τα πίσω
(of hair) pulled back from the face
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sweptback
συγκριτικός βαθμός
more sweptback
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
hairstyle, appearance
02
βελονοειδής, σκουπισμένος προς τα πίσω
(especially of aircraft wings) angled rearward from the point of attachment
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sweptback
swept
back



























