sweptback
swept
ˈswɛpt
svept
back
bæk
bāk

Ορισμός και σημασία του "sweptback"στα αγγλικά

01

τραβηγμένο προς τα πίσω, χτενισμένο προς τα πίσω

(of hair) pulled back from the face 
sweptback definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sweptback
συγκριτικός βαθμός
more sweptback
διαβαθμίσιμο
02

βελονοειδής, σκουπισμένος προς τα πίσω

(especially of aircraft wings) angled rearward from the point of attachment 

Λεξικό Δέντρο

sweptback

swept

+

back

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store