Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Swelling
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
swellings
Παραδείγματα
Swelling often occurs as a response to injury, infection, or inflammation, causing the affected area to become larger and tender.
Ο οίδημα συχνά εμφανίζεται ως απάντηση σε τραυματισμό, λοίμωξη ή φλεγμονή, προκαλώντας τη διόγκωση και την ευαισθησία της πληγείσας περιοχής.
02
πρήξιμο, αύξηση όγκου
an increase in volume of a material caused by heating or by uptake or release of water or other substances, often observed in polymers, clays, and biological materials
Παραδείγματα
Polymers and rubbers expand and sometimes absorb heat‑released moisture or volatiles, producing measurable swelling.
Τα πολυμερή και τα ελαστικά διαστέλλονται και μερικές φορές απορροφούν την υγρασία ή τις πτητικές ουσίες που απελευθερώνονται από τη θερμότητα, προκαλώντας μετρήσιμο πρήξιμο.
03
πρήξιμο, όγκος
a visible or palpable bulge or lump that projects from a surface
Παραδείγματα
The tree trunk had a rounded swelling where an old branch had been wounded.
Ο κορμός του δέντρου είχε ένα στρογγυλεμένο πρήξιμο όπου ένα παλιό κλαδί είχε τραυματιστεί.
Λεξικό Δέντρο
swelling
swell



























