to swell up
swell
swɛl
svel
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "swell up"στα αγγλικά

to swell up
01

πρήζομαι, φουσκώνω

to get bigger abnormally, often due to inflammation or fluid accumulation 
to swell up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
swell
ενεστώτας
swell up
γ΄ ενικό πρόσωπο
swells up
ενεστώτα μετοχή
swelling up
απλός αόριστος
swelled up
παθητική μετοχή
swollen up
Παραδείγματα
An infection in the gums can make them swell up and become painful. 

Μια μόλυνση στα ούλα μπορεί να τα κάνει να φουσκώσουν και να γίνουν επώδυνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store