Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swell up
01
πρήζομαι, φουσκώνω
to get bigger abnormally, often due to inflammation or fluid accumulation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
swell
ενεστώτας
swell up
γ΄ ενικό πρόσωπο
swells up
ενεστώτα μετοχή
swelling up
απλός αόριστος
swelled up
παθητική μετοχή
swollen up
Παραδείγματα
An infection in the gums can make them swell up and become painful.
Μια μόλυνση στα ούλα μπορεί να τα κάνει να φουσκώσουν και να γίνουν επώδυνα.



























