Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swell up
[phrase form: swell]
01
πρήζομαι, φουσκώνω
to get bigger abnormally, often due to inflammation or fluid accumulation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
swell
ενεστώτας
swell up
γ΄ ενικό πρόσωπο
swells up
ενεστώτα μετοχή
swelling up
απλός αόριστος
swelled up
παθητική μετοχή
swollen up
Παραδείγματα
After getting stung by a bee, my hand swelled up within minutes.
Αφού με τσίμπησε μια μέλισσα, το χέρι μου πρήστηκε μέσα σε λίγα λεπτά.



























