to swell up
Pronunciation
/swˈɛl ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "swell up"στα αγγλικά

to swell up
[phrase form: swell]
01

πρήζομαι, φουσκώνω

to get bigger abnormally, often due to inflammation or fluid accumulation
to swell up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
swell
ενεστώτας
swell up
γ΄ ενικό πρόσωπο
swells up
ενεστώτα μετοχή
swelling up
απλός αόριστος
swelled up
παθητική μετοχή
swollen up
Παραδείγματα
After getting stung by a bee, my hand swelled up within minutes.
Αφού με τσίμπησε μια μέλισσα, το χέρι μου πρήστηκε μέσα σε λίγα λεπτά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store