Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sweetish
01
γλυκύς, λίγο γλυκός
characterized by a taste that is somewhat sweet but not overwhelmingly so
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sweetish
συγκριτικός βαθμός
more sweetish
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
taste, food, perception
Παραδείγματα
The pastry had a sweetish glaze, offering a delicate sweetness without being overly sugary.
Το γλύκισμα είχε μια ελαφρώς γλυκιά γλάσο, προσφέροντας μια λεπτή γλυκύτητα χωρίς να είναι υπερβολικά ζαχαρωμένο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sweetish
sweet



























