Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bicarbonate
01
διττανθρακικό, υδρογονοανθρακικό
a chemical compound important for regulating pH balance, found in baking soda and crucial for bodily functions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Baking soda contains bicarbonate, which helps baked goods rise when mixed with acidic ingredients.
Το μαγειρική σόδα περιέχει διττανθρακικό, που βοηθά τα ψημένα προϊόντα να φουσκώνουν όταν αναμιγνύονται με όξινα συστατικά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bicarbonate
carbonate



























