to swear in
swear
swɛər
sveēr
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "swear in"στα αγγλικά

to swear in
01

ορκίζω, εγκαθιστώ

to officially induct someone into a position or office, typically involving an oath 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
swear
ενεστώτας
swear in
γ΄ ενικό πρόσωπο
swears in
ενεστώτα μετοχή
swearing in
απλός αόριστος
swore in
παθητική μετοχή
sworn in
Παραδείγματα
The mayor will swear in the new council members during the city hall ceremony. 

Ο δήμαρχος θα ορκίσει τα νέα μέλη του συμβουλίου κατά τη διάρκεια της τελετής στο δημαρχείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store