Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to swear in
01
ορκίζω, εγκαθιστώ
to officially induct someone into a position or office, typically involving an oath
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
swear
ενεστώτας
swear in
γ΄ ενικό πρόσωπο
swears in
ενεστώτα μετοχή
swearing in
απλός αόριστος
swore in
παθητική μετοχή
sworn in
Παραδείγματα
The mayor will swear in the new council members during the city hall ceremony.
Ο δήμαρχος θα ορκίσει τα νέα μέλη του συμβουλίου κατά τη διάρκεια της τελετής στο δημαρχείο.



























