suspensor
sus
ˈsəs
sēs
pen
pɛn
pen
sor
prehensorextensorfencercensor

Ορισμός και σημασία του "suspensor"στα αγγλικά

01

αναρτητήρας, υποστήριξη για τα γεννητικά όργανα

a support for the genitals worn by men engaging in strenuous exercise 
suspensor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
suspensors
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store