Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to surveil
01
παρακολουθώ, επιτηρώ
to watch or monitor someone or something closely, especially to gather information
Transitive: to surveil sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
surveil
γ΄ ενικό πρόσωπο
surveils
ενεστώτα μετοχή
surveilling
απλός αόριστος
surveilled
παθητική μετοχή
surveilled
Παραδείγματα
The police decided to surveil the suspect's house to gather evidence.
Η αστυνομία αποφάσισε να παρακολουθήσει το σπίτι του ύποπτου για να συλλέξει αποδεικτικά στοιχεία.
Λεξικό Δέντρο
surveillance
surveil



























