Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to surveil
01
παρακολουθώ, επιτηρώ
to watch or monitor someone or something closely, especially to gather information
Transitive: to surveil sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
surveil
γ΄ ενικό πρόσωπο
surveils
ενεστώτα μετοχή
surveilling
απλός αόριστος
surveilled
παθητική μετοχή
surveilled
Παραδείγματα
They chose to surveil the warehouse overnight to catch any potential intruders.
Επέλεξαν να παρακολουθήσουν την αποθήκη κατά τη διάρκεια της νύχτας για να πιάσουν τυχόν πιθανούς εισβολείς.
Λεξικό Δέντρο
surveillance
surveil
sur
veil



























