to surveil
sur
veil
ˈveɪl
veil
descaleventailjarrellpentail

Ορισμός και σημασία του "surveil"στα αγγλικά

to surveil
01

παρακολουθώ, επιτηρώ

to watch or monitor someone or something closely, especially to gather information 
Transitive: to surveil sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
surveil
γ΄ ενικό πρόσωπο
surveils
ενεστώτα μετοχή
surveilling
απλός αόριστος
surveilled
παθητική μετοχή
surveilled
Παραδείγματα
The police decided to surveil the suspect's house to gather evidence. 

Η αστυνομία αποφάσισε να παρακολουθήσει το σπίτι του ύποπτου για να συλλέξει αποδεικτικά στοιχεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

surveillance
surveil
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store