surprisal
surp
sərp
σαρπ
ri
ˈrɪ
ρι
sal
səl
σαλ
/səpɹˈɪsəl/

Ορισμός και σημασία του "surprisal"στα αγγλικά

01

έκπληξη, κατάπληξη

the act of surprising someone
surprisal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store