Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Surprisal
01
έκπληξη, κατάπληξη
the act of surprising someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
έκπληξη, κατάπληξη