Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Surfing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
He enjoys surfing and spends most of his free time riding waves at the beach.
Απολαμβάνει το σέρφινγκ και περνά το μεγαλύτερο μέρος του ελεύθερου χρόνου του να καβαλάει κύματα στην παραλία.
02
σέρφινγκ, πλοήγηση
the activity of spending a lot of time online navigating through different websites
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
surfing
surf



























