supremacy
Pronunciation
/səˈpɹɛməsi/

Ορισμός και σημασία του "supremacy"στα αγγλικά

01

υπεροχή, κυριαρχία

the state or condition of having the highest authority, power, or influence over others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The chess champion maintained supremacy over all challengers.
Ο πρωταθλητής στο σκάκι διατήρησε την υπεροχή του έναντι όλων των αντιπάλων.

Λεξικό Δέντρο

supremacism
supremacist
supremacy
supreme
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store