suppository
su
sə
σα
ppo
ˈpɒ
πο
si
zɪ
ζι
to
tə
τα
ry
ri
ρι

Ορισμός και σημασία του "suppository"στα αγγλικά

01

υποθετικό, σωλήνας

a medication form inserted into the body, usually in the rectum or vagina, where it dissolves or melts to release the medication 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
suppositories
Παραδείγματα
Some fever-reducing medications come in suppository form. 

Μερικά φάρμακα μείωσης του πυρετού διατίθενται σε μορφή υποθεμάτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store