Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Supposition
01
υπόθεση, εικασία
an idea accepted as true without proof, often used as a basis for reasoning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
suppositions
Παραδείγματα
They acted under the supposition that the meeting was canceled.
Δρούσαν υπό την υπόθεση ότι η συνάντηση ακυρώθηκε.
02
υπόθεση, εικασία
the mental act of imagining, assuming, or proposing something as possible or true
Παραδείγματα
In fiction writing, supposition fuels the creation of entire universes.
Στη συγγραφή μυθοπλασίας, η υπόθεση τροφοδοτεί τη δημιουργία ολόκληρων συμπάντων.
Λεξικό Δέντρο
presupposition
suppositional
supposition
suppose



























