Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Supposition
01
υπόθεση, εικασία
an idea accepted as true without proof, often used as a basis for reasoning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
suppositions
Παραδείγματα
The theory rests on the supposition that all particles behave identically.
Η θεωρία βασίζεται στην υπόθεση ότι όλα τα σωματίδια συμπεριφέρονται ταυτόσημα.
02
υπόθεση, εικασία
the mental act of imagining, assuming, or proposing something as possible or true
Παραδείγματα
Supposition allows us to explore outcomes before making decisions.
Η υπόθεση μας επιτρέπει να εξερευνήσουμε τα αποτελέσματα πριν λάβουμε αποφάσεις.
Λεξικό Δέντρο
presupposition
suppositional
supposition
suppose



























