Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to supply
01
προμηθεύω, εφοδιάζω
to provide something needed or wanted
Transitive: to supply sth
Ditransitive: to supply sth to sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supply
γ΄ ενικό πρόσωπο
supplies
ενεστώτα μετοχή
supplying
απλός αόριστος
supplied
παθητική μετοχή
supplied
Παραδείγματα
The grocery store will supply fresh produce and other essentials to the community.
Το μπακάλικο θα παρέχει φρέσκα προϊόντα και άλλα απαραίτητα είδη στην κοινότητα.
02
προμηθεύω, εφοδιάζω
to provide or make available the necessary items, resources, or equipment for a particular purpose or function
Ditransitive: to supply sb/sth with sth
Παραδείγματα
It's essential to supply your body with enough nutrients for optimal health.
Είναι απαραίτητο να παρέχετε στο σώμα σας αρκετά θρεπτικά συστατικά για τη βέλτιστη υγεία.
Supply
01
προμήθειες, εφόδια
(plural) necessary things, such as food, medicines, clothes, etc. for a group of people
Παραδείγματα
Humanitarian organizations rushed to provide emergency supplies to the disaster-stricken region.
Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις έσπευσαν να παραδώσουν έκτακτες προμήθειες στην περιοχή που πλήγηκε από την καταστροφή.
02
παροχή, προμήθεια
the provided or available amount of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
supplies
Παραδείγματα
The store ran out of stock because the supply of popular items was unexpectedly low.
Το κατάστημα εξαντλήθηκε από τα αποθέματα επειδή η παροχή των δημοφιλών ειδών ήταν απροσδόκητα χαμηλή.
03
παροχή, προμήθεια
the act of providing or making available what is needed or desired
Παραδείγματα
The contract includes the supply of medical equipment to the hospital.
Η σύμβαση περιλαμβάνει την προμήθεια ιατρικού εξοπλισμού στο νοσοκομείο.
Λεξικό Δέντρο
oversupply
suppliant
supplier
supply



























