Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to supervene
01
προκύπτω, εμφανίζομαι
to occur as an additional or unexpected development following something else
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supervene
γ΄ ενικό πρόσωπο
supervenes
ενεστώτα μετοχή
supervening
απλός αόριστος
supervened
παθητική μετοχή
supervened
Παραδείγματα
A sudden shift in public opinion supervened after the controversial policy was introduced.
Μια ξαφνική μεταβολή στη δημόσια γνώμη προέκυψε μετά την εισαγωγή της αμφιλεγόμενης πολιτικής.



























