Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to supervene
01
προκύπτω, εμφανίζομαι
to occur as an additional or unexpected development following something else
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supervene
γ΄ ενικό πρόσωπο
supervenes
ενεστώτα μετοχή
supervening
απλός αόριστος
supervened
παθητική μετοχή
supervened
Παραδείγματα
The unforeseen complications supervened after the surgery, requiring additional treatment.
Οι απρόβλεπτες επιπλοκές προέκυψαν μετά την εγχείρηση, απαιτώντας πρόσθετη θεραπεία.



























