to supervene
su
ˌsju:
syoo
per
vene
ˈvi:n
vin
superfine

Ορισμός και σημασία του "supervene"στα αγγλικά

to supervene
01

προκύπτω, εμφανίζομαι

to occur as an additional or unexpected development following something else 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supervene
γ΄ ενικό πρόσωπο
supervenes
ενεστώτα μετοχή
supervening
απλός αόριστος
supervened
παθητική μετοχή
supervened
Παραδείγματα
The unforeseen complications supervened after the surgery, requiring additional treatment. 

Οι απρόβλεπτες επιπλοκές προέκυψαν μετά την εγχείρηση, απαιτώντας πρόσθετη θεραπεία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store