superstition
Pronunciation
/ˌsupɝˈstɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "superstition"στα αγγλικά

01

δεισιδαιμονία, προλήψη

an irrational belief arising from ignorance or fear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
superstitions
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store