Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Superstition
01
δεισιδαιμονία, προλήψη
an irrational belief arising from ignorance or fear
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
superstitions
Λεξικό Δέντρο
superstition
superst



























