Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to superimpose
01
επιβάλλω, υπερτίθεμαι
to place or lay something over something else, typically to create a combined or layered effect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
superimpose
γ΄ ενικό πρόσωπο
superimposes
ενεστώτα μετοχή
superimposing
απλός αόριστος
superimposed
παθητική μετοχή
superimposed
Παραδείγματα
The teacher superimposed historical events onto a timeline to illustrate their chronological order.
Ο δάσκαλος επέβαλε ιστορικά γεγονότα σε ένα χρονολόγιο για να απεικονίσει τη χρονολογική τους σειρά.
Λεξικό Δέντρο
superimposed
superimpose



























