sunflower oil
sun
ˈsʌn
san
flower
ˌflaʊə
flawe
oil
ɔɪl
oyl

Ορισμός και σημασία του "sunflower oil"στα αγγλικά

01

ηλιέλαιο, έλαιο ηλιοτενίων

a type of cooking oil extracted from sunflower seeds 
sunflower oil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They discovered that sunflower oil worked well as a substitute for other cooking oils in various recipes. 

Ανακάλυψαν ότι το ηλιέλαιο λειτουργούσε καλά ως υποκατάστατο άλλων μαγειρικών ελαίων σε διάφορες συνταγές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store