Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sundowner
01
sundowner, αλκοολούχο ποτό το ηλιοβασίλεμα
a type of alcoholic drink typically consumed in the early evening, often while watching the sunset
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sundowners
02
αλήτης που φτάνει συνήθως κατά τη δύση του ηλίου, περιπλανώμενος του ηλιοβασιλέματος
a tramp who habitually arrives at sundown



























