Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sully
01
κηλίδωμα, μολύνω
to degrade or tarnish something pure and perfect, especially the reputation of someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sully
γ΄ ενικό πρόσωπο
sullies
ενεστώτα μετοχή
sullying
απλός αόριστος
sullied
παθητική μετοχή
sullied
02
λεκιάζω, μολύνω
make dirty or spotty, as by exposure to air; also used metaphorically



























