Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sulcus
01
αύλακα, εγκοπή
a shallow groove or indentation on the surface of the brain, separating different regions or lobes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sulci



























