suitcase
Pronunciation
/ˈsutˌkeɪs/

Ορισμός και σημασία του "suitcase"στα αγγλικά

01

βαλίτσα, ποδήλατο

a case with a handle, used for carrying clothes, etc. when we are traveling
suitcase definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
suitcases
Παραδείγματα
The traveler struggled with his heavy suitcase up the stairs.
Ο ταξιδιώτης αγωνίστηκε με τη βαριά βαλίτσα του στις σκάλες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store