suffragist
Pronunciation
/ˈsəfɹədʒɪst/

Ορισμός και σημασία του "suffragist"στα αγγλικά

01

σουφραζέτα, αγωνιστής για το δικαίωμα ψήφου

a person who campaigns for the right to vote, especially for women's voting rights
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
suffragists
Παραδείγματα
As a suffragist, she tirelessly penned articles and delivered speeches, making her voice heard.
Ως σουφραζέτα, έγραψε ακούραστα άρθρα και έδωσε ομιλίες, κάνοντας τη φωνή της να ακουστεί.

Λεξικό Δέντρο

suffragist
suffrage
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store