sufferance
su
ˈsʌ
sa
ffe
rance
rəns
rēns

Ορισμός και σημασία του "sufferance"στα αγγλικά

01

ανεκτικότητα, υπομονή

toleration of difficult situations 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sufferances
Παραδείγματα
He endured the long delays with sufferance, knowing there was little he could do to change the situation. 

Υπέμεινε τις μεγάλες καθυστερήσεις με υπομονή, γνωρίζοντας ότι υπήρχε ελάχιστο που μπορούσε να κάνει για να αλλάξει την κατάσταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sufferance
suffer
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store