to sue
sue
sju:
syoo
sousosewsow

Ορισμός και σημασία του "sue"στα αγγλικά

to sue
01

μηνύω, κάνω αγωγή

to bring a charge against an individual or organization in a law court 
Transitive: to sue sb
to sue definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sue
γ΄ ενικό πρόσωπο
sues
ενεστώτα μετοχή
suing
απλός αόριστος
sued
παθητική μετοχή
sued
Παραδείγματα
The dissatisfied customer decided to sue the company for breach of contract. 

Ο δυσαρεστημένος πελάτης αποφάσισε να καταθέσει αγωγή εναντίον της εταιρείας για παραβίαση συμβολαίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store