sudden
su
ˈsʌ
sa
dden
dən
dēn
saddensodden

Ορισμός και σημασία του "sudden"στα αγγλικά

01

ξαφνικός, απρόσμενος

taking place unexpectedly or done quickly 
sudden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sudden
συγκριτικός βαθμός
more sudden
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The sudden noise startled everyone in the room. 

Ο απότομος θόρυβος τρόμαξε όλους στο δωμάτιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store