Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Suckling
01
ρούφηγμα, θηλασμός
the act of a baby feeding at the mother's breast
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The nurse observed the baby's suckling carefully.
Η νοσοκόμα παρατήρησε προσεκτικά το θήλασμα του μωρού.
02
θηλάζων, βρέφος
a young mammal that has not been weaned
03
βρέφος που θηλάζει, βρέφος που τρώει
an infant considered in relation to its nurse
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
suckling
suckle



























