sucrose
suc
ˈsju:k
syook
rose
rəʊz
rewz
sucrasesunrose

Ορισμός και σημασία του "sucrose"στα αγγλικά

01

σακχαρόζη, ζάχαρη τραπεζιού

a type of sugar, commonly known as table sugar, composed of glucose and fructose molecules linked together 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sucroses
Παραδείγματα
Sarah prefers using sucrose as a sweetener in her coffee. 

Η Σάρα προτιμά να χρησιμοποιεί σακχαρόζη ως γλυκαντικό στον καφέ της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store