to suckle
su
ˈsʌ
sa
ckle
kəl
kēl
sickle

Ορισμός και σημασία του "suckle"στα αγγλικά

to suckle
01

θηλάζω, ρουφώ

to feed a baby or young animal by drawing milk from the breast or teat 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
suckle
γ΄ ενικό πρόσωπο
suckles
ενεστώτα μετοχή
suckling
απλός αόριστος
suckled
παθητική μετοχή
suckled
Παραδείγματα
The newborn suckled eagerly after birth. 

Το νεογέννητο βυζαίνει με ενθουσιασμό μετά τη γέννηση.

02

θηλάζω, ταΐζω με γάλα

give suck to 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store