Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
succeeding
01
επόμενος, διάδοχος
taking something or someone's place or position by coming after them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her role in the organization was crucial for the succeeding phase of the project.
Ο ρόλος της στον οργανισμό ήταν καθοριστικός για την επόμενη φάση του έργου.
02
επόμενος, μελλοντικός
(of elected officers) elected but not yet serving



























