Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
succeeding
01
επόμενος, διάδοχος
taking something or someone's place or position by coming after them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sequence, time, succession
Παραδείγματα
The succeeding generation embraced new technologies.
Η επόμενη γενιά υιοθέτησε νέες τεχνολογίες.
02
επόμενος, μελλοντικός
(of elected officers) elected but not yet serving
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
succeeding
succeed



























