Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Subsidence
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
subsidences
Παραδείγματα
The coastal town experienced significant subsidence, causing several buildings to tilt and crack.
Η παραθαλάσσια πόλη γνώρισε σημαντική καθίζηση, προκαλώντας την κλίση και τη ρήξη πολλών κτιρίων.
02
καθίζηση, βύθιση
the sudden falling in of a surface into a hollow or void beneath it
Παραδείγματα
The mine experienced subsidence, creating a large sinkhole.
Το ορυχείο υπέστη καθίζηση, δημιουργώντας μια μεγάλη καταβόθρα.
03
μείωση, υποχώρηση
a decrease in intensity, severity, or degree of something
Παραδείγματα
The subsidence of the fever indicated patient recovery.
Η υποβύθιση του πυρετού υποδήλωνε την ανάρρωση του ασθενούς.
Λεξικό Δέντρο
subsidence
subside



























