Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Submersion
01
βύθιση, κατάδυση
the process of going under the surface of a liquid, usually water
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
submersions
02
βύθιση, καταβύθιση
sinking until covered completely with water
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
submersion
submerse



























