Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
submissively
01
υποτακτικά, πειθαρχικά
in a manner that displays obedience
Παραδείγματα
She smiled submissively, acknowledging the leader ’s authority.
Χαμογέλασε υποτακτικά, αναγνωρίζοντας την εξουσία του ηγέτη.
Λεξικό Δέντρο
submissively
submissive
submi



























